αὐλικός

αὐλικός, ή, όν, ([etym.] αὐλή)
A of the court, courtier-like,

κατὰ τὴν φύσιν Plb. 23.5.4

;

αὐ. ἀγχίνοια 15.34.4

; αὐ. βίος, opp. ὁ φιλόσοφος βίος, Phld. Ind.Sto.13: [comp] Comp.,

ἐξ αὐλικωτέρων γονέων Id.Lib.p.45

O.: as Subst., courtier, Plb.16.20.8, Plu.2.778b, Demetr.17.
II αὐλικούς· κιθαρῳδούς, Suid.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αυλικός — ή, ό (Α αὐλικός, ή, όν) 1. αυτός που ανήκει στη βασιλική αυλή 2. εκείνος που ταιριάζει σε άνθρωπο της βασιλικής αυλής 3. το αρσ. ως ουσ. ο αυλικός μέλος του προσωπικού της βασιλικής αυλής …   Dictionary of Greek

  • αὐλικός — αὐλίζομαι lie in the perf part act neut nom/voc/acc sg αὐλικός of the court masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αυλικός — ο ως ουσ., αυτός που υπηρετεί στην αυλή του ηγεμόνα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αὐλικά — αὐλικός of the court neut nom/voc/acc pl αὐλικά̱ , αὐλικός of the court fem nom/voc/acc dual αὐλικά̱ , αὐλικός of the court fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πασακάλια — Αυλικός χορός ισπανικής καταγωγής, του οποίου το όνομα προέρχεται από τις λέξεις pasar (περνώ) και calle (δρόμος). Από μουσική άποψη αποτελεί σύνθεση μιας σειράς παραλλαγών πάνω σε ένα έμμονο βάσιμο και είναι αρκετά όμοια με τη σακόν. Η π., που… …   Dictionary of Greek

  • αὐλικῶν — αὐλικός of the court fem gen pl αὐλικός of the court masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐλικόν — αὐλικός of the court masc acc sg αὐλικός of the court neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μενεστρέλ(ος) — Αυλικός μουσικός και τραγουδιστής του ύστερου Μεσαίωνα. Τραγουδούσε και απήγγελλε ποιήματα συνοδεία βιέλας ή άλλου έγχορδου οργάνου, τα οποία είτε συνέθετε ο ίδιος είτε οι τροβαδούροι. Αν και αρχικά συσχετιζόταν με τον ζογκλέρ, στην ουσία διέφερε …   Dictionary of Greek

  • παβάνα — Αυλικός χορός, σε ακμή κυρίως τον 16o αι. Είχε ρυθμό διμερή και χαρακτήρα αυστηρό, και συνδέθηκε με το σαλταρέλο και την γκαλιάρντα. Xορευόταν κατά τη διάρκεια των λιτανειών, των γαμήλιων πομπών και της αποκριάς. Ως μουσική μορφή, η π. ήταν πολύ… …   Dictionary of Greek

  • αὐλικοῖς — αὐλικός of the court masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐλικοί — αὐλικός of the court masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.